Με τις δυο πλέον πρόσφατες παραγωγές της «Η Καμπύλη της Ευτυχίας» και «Μη Σκοτώνεις τη Μαμά» η ΕΘΑΛ επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη και τη Καβάλα το Δεκέμβριο του 2007. Οι 5 παραστάσεις είχαν μεγάλη επιτυχία. Aναδημοσιεύουμε αποσπάσματα από κριτικές εφημερίδων σε Καβάλα και Θεσσαλονίκη
ΚΑΒΑΛΑ – “Μη Σκοτώνεις τη Μαμά”: KΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΕΣ…
Της Βούλας Δεληγιάννη
Η σκηνοθέτιδα Μαρία Μανναρίδου-Καρσερά και οι τέσσερις ερμηνεύτριες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ποικίλες δυσκολίες. Από τις παράξενες στιγμές των παιδικών παιχνιδιών, μέχρι τις συχνές μετακινήσεις στο χρόνο και τις διαφοροποιήσεις του λιτού σκηνικού, αλλά κυρίως πάλεψαν με τον περίπλοκο ιστό των διαπροσωπικών σχέσεων. Η έλλειψη δράσης που χαρακτηρίζει το έργο, εμπεριέχει τον κίνδυνο της δραματικής ισοπέδωσης. Οι ηθοποιοί με τη σύμπραξη της σκηνοθέτιδας, αντιμετώπισαν γενναία τις ιδιομορφίες του έργου, πετυχαίνοντας τη θεατρική πραγμάτωση του.
Η μητριαρχική φιγούρα της Ντόρις, την οποία ενσάρκωσε η Πατρίτσια Πεττεμερίδου, κέρδισε αβίαστα το κοινό με τη μεστή σοφία, τη βιωματική γνώση και τη συχνά καυστική ματιά της πάνω στη μοίρα των γυναικών. Η Κατερίνα Καζαντζή, στον ρόλο της εγγονής Ρόζι, απέδωσε με φυσικότητα και ζωντάνια την παιδική ανεμελιά, την αυτοπεποίθηση και την αισιοδοξία του χαρακτήρα. Η εξαιρετική Άννα Παπαγεωργίου, ως Τζάκι, κατάφερε με επιτυχία να αναδείξει την πορεία της ηρωίδας από μια επαναστατημένη έφηβη σε μια επιτυχημένη επιχειρηματία στον χώρο της τέχνης. Παράλληλα, η Άντρη Ευεμίδου υπήρξε άψογη στον ρόλο της Μάργκαρετ, της κόρης και μητέρας που έχει πληρώσει βαρύ τίμημα στη ζωή.
Το έργο της Charlotte Keatley, «My Mother Said I Never Should», παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1987 στο Royal Court Theatre της Αγγλίας και θεωρήθηκε ορόσημο της σύγχρονης δραματουργίας, αποτελώντας πρότυπο θεατρικής γραφής για τη νέα γενιά συγγραφέων. Έκτοτε μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και παρουσιάστηκε από θεατρικούς οργανισμούς και ομάδες σε ολόκληρο τον κόσμο.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Εφημερίδα Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού (ΕΘΑΛ). Άνδρες, Γυναίκες, Άνθρωποι
Ζωή Βερβεροπούλου
Δύο παραστάσεις ασφαλώς δεν αρκούν για να σχηματίσει κανείς μια ολοκληρωμένη εικόνα για έναν θεατρικό οργανισμό. Ωστόσο, όταν έχουν επιλεγεί προσεκτικά, μπορούν να αποκαλύψουν την καλλιτεχνική του ταυτότητα, να προσφέρουν μια πρώτη εικόνα της σκηνικής του φυσιογνωμίας ή ακόμη και να σκιαγραφήσουν τη ρεπερτοριακή του πολιτική. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με τις δύο παραγωγές της ΕΘΑΛ από την Κύπρο, «Η Καμπύλη της Ευτυχίας» και «Μη Σκοτώσεις τη Μητέρα», οι οποίες παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη για δύο παραστάσεις η καθεμία.
Οι δύο παραγωγές άφησαν εξαιρετικά θετικές εντυπώσεις και, αν η παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη είχε μεγαλύτερη διάρκεια, είναι βέβαιο ότι θα είχαν γνωρίσει ακόμη μεγαλύτερη ανταπόκριση από το κοινό της πόλης. Και οι δύο παραστάσεις απευθύνονταν με επιτυχία στον μέσο θεατή, χωρίς ωστόσο να αφήνουν αδιάφορο τον πιο απαιτητικό ή μυημένο θεατρόφιλο. Ήταν προσιτές και απολαυστικές, διατηρώντας παράλληλα υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο στο είδος που εκπροσωπούσαν.
Εδουάρδο Γκαλάν & Πέδρο Γκόμεθ, «Η Καμπύλη της Ευτυχίας» – Σκηνοθεσία: Μηνάς Τιγκίλης
Εγκαταλελειμμένος από τη σύζυγό του, στην κρίσιμη ηλικία της μέσης ζωής, υπέρβαρος και με εμφανή φαλάκρα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Κίνο βρίσκεται σε βαθιά κατάθλιψη και αδυνατεί να ολοκληρώσει το τηλεοπτικό σενάριο που πρέπει επειγόντως να παραδώσει στον σκηνοθέτη του. Κι όμως, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν η πρώην σύζυγός του απαιτεί να πουλήσουν το κοινό τους σπίτι και να λάβει το μερίδιό της από τα χρήματα.
Τρεις υποψήφιοι αγοραστές διεκδικούν το ακίνητο, κατακλύζοντας τον Κίνο με τα επιχειρήματα και τις προσφορές τους. Για εκείνον, όμως, η πώληση του σπιτιού σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της έγγαμης ζωής του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι τέσσερις άντρες έρχονται πιο κοντά, ανακαλύπτουν ότι μοιράζονται τις ίδιες ανασφάλειες και τους ίδιους φόβους και, τελικά, στηρίζουν ο ένας τον άλλον.
Μιλούν για τις γυναίκες, τις επικρίνουν, τις νοσταλγούν και, μέσα από αυτή την κοινή εμπειρία, μεταμορφώνονται από ζευγάρια που διαλύθηκαν σε μια δεμένη παρέα φίλων. Μέχρι που ο κύκλος της ζωής αρχίζει ξανά να γυρίζει…
Η «Καμπύλη της Ευτυχίας» είναι μια γοητευτική ισπανική κωμωδία — κάτι σαν την ανδρική εκδοχή του «Με Δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαΐδη-Χαβιαρά, με έντονες αποχρώσεις από τον κόσμο του Γούντι Άλεν — η οποία ξεπερνά την περιστασιακά σεναριακή ή τηλεοπτική της αισθητική, καθώς παίζει δημιουργικά με τη γραμμικότητα της πλοκής και πειραματίζεται με τη θεατρική φόρμα και τον τρόπο πρόσληψης από το κοινό.
Οι ευρηματικοί διάλογοι — σε μια άρτια μετάφραση της Νανάς Παπανικολάου — και οι ζωντανοί, σύγχρονοι χαρακτήρες του έργου αναδεικνύονται πλήρως μέσα από την άψογα οργανωμένη και «εργονομική» σκηνοθετική προσέγγιση του Μηνά Τιγκίλη. Ο σκηνοθέτης ενισχύει το έμφυτο χιούμορ του κειμένου και προσθέτει μια παιχνιδιάρικη, ανατρεπτική διάθεση, πλαισιώνοντας διακριτικά την παράσταση ως μια διαδικασία πρόβας (θέατρο μέσα στο θέατρο), με έναν λεπτό και ευφυή τρόπο που ενισχύει τη λειτουργικότητα και τη δυναμική της κωμωδίας.
Αβίαστα κωμικός, ο Κώστας Καζακάς (Κίνο) ξεχωρίζει, αποδίδοντας με γοητευτικό τρόπο έναν συμπαθή «χαμένο» της ζωής. Παράλληλα, ο Αντώνης Λαπηθιώτης (Φερ), ο Μανώλης Μιχαηλίδης (Χαβιέρ) και ο Μιχάλης Έλληνας (Μανουέλ) ακολουθούν με ζωντάνια τους ρυθμούς της γραφής και της σκηνοθεσίας, σκιαγραφώντας ανθρώπινους και οικείους ανδρικούς χαρακτήρες, ηττημένους από τις σχέσεις τους και από τις δικές τους τραγικωμικές περιπέτειες.
Charlotte Keatley, «Μη Σκοτώσεις τη Μητέρα» – Σκηνοθεσία: Μαρία Μανναρίδου-Καρασερά
Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» το 1995. Στην κυπριακή του εκδοχή, λειτούργησε συμπληρωματικά προς την «Καμπύλη της Ευτυχίας», προσφέροντας τη δυνατότητα για μια ενδιαφέρουσα σύγκριση σε τρεις βασικούς άξονες: τη θεματική, τους χαρακτήρες, καθώς και το είδος και το ύφος του κειμένου.
Το «Μη Σκοτώσεις τη Μητέρα», γραμμένο τη δεκαετία του 1980 από τη Βρετανίδα θεατρική συγγραφέα Charlotte Keatley και μεταφρασμένο με ρέουσα ελληνική γλώσσα από την Έφη Σταμούλη, αποτελεί μια πικρόγλυκη και ευαίσθητη διερεύνηση της γυναικείας εμπειρίας και της πορείας των γυναικών του 20ού αιώνα προς την κοινωνική και συναισθηματική ολοκλήρωση.
Το έργο επικεντρώνεται σε τέσσερις γυναίκες που συνδέονται με άμεσο συγγενικό δεσμό — τη γιαγιά, τη μητέρα, την κόρη και την εγγονή — οι οποίες λειτουργούν ως ένα «εργαστηριακό δείγμα» μέσα από το οποίο η συγγραφέας παρατηρεί και διερευνά τη γυναικεία ύπαρξη.
Η παράσταση καταπιάνεται με θέματα όπως ο έρωτας, οι έμφυλοι ρόλοι, η οικογένεια, η επαγγελματική πορεία και η διαρκής αναμέτρηση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τους άλλους. Πάνω απ’ όλα, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρό της η σχέση μητέρας και κόρης, σε όλο το μεγαλείο αλλά και την ψυχολογική της πολυπλοκότητα, αποκαλύπτοντας τόσο το βάρος όσο και την ευλογία αυτού του μοναδικού δεσμού.
Η Μαρία Μανναρίδου-Καρασερά ανέδειξε με δεξιοτεχνία τα πολλαπλά επίπεδα του έργου, μεταφέροντας με ευαισθησία και προσοχή την ακατέργαστη συναισθηματική του δύναμη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι σκηνές των παιδικών παιχνιδιών, όπου και οι τέσσερις γυναίκες, μέσα σε ένα ονειρικό σκηνικό τοπίο, συναντώνται ως παιδιά και εξερευνούν, με όλη την αθωότητα αλλά και τη σκληρότητα της παιδικής ματιάς, τα μυστήρια της ενηλικίωσης, της σεξουαλικότητας και του θανάτου.

